Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαρτίου 18, 2008

Μια απίστευτη Αληθινή Ιστορία

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια πολύ άσχημη πόλη. Βία, εγκλήματα,
κυκλοφοριακό, ατυχήματα, ναρκωτικά, βρωμιά και γκρίζοι δυστυχισμένοι
πολίτες. Και δεν ήταν καμιά μικρή πόλη, είχε έξι εκατομμύρια κατοίκους
που είχαν παραδοθεί εντελώς στην μαυρίλα. Ένα πρωί, ο διευθυντής του
Πανεπιστημίου της πόλης που ήταν μαθηματικός και φιλόσοφος, εκεί που
πήγαινε στη δουλειά του και βλέποντας την κατάντια της πόλης του, πήρε
μια πολύ κουφή απόφαση. Δήλωσε την παραίτησή του στο Πανεπιστήμιο,
λέγοντας πως ήθελε να διευρύνει την διδασκαλία του και στα έξι
εκατομμύρια κατοίκους. Στους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο, ο καθηγητής
αυτός ήταν γνωστός για τους περίεργους τρόπους διδασκαλίας του. Για
παράδειγμα, μια φορά που επικρατούσε χάβρα στο μάθημα, κατάφερε να
επαναφέρει την τάξη κατεβάζοντας τα βρακιά του. Γενικά δηλαδή,
εφεύρισκε αστείους και εντελώς ανορθόδοξους τρόπους για να πετυχαίνει
το σκοπό του και περιέργως, πάντα τα κατάφερνε.

Για την προεκλογική καμπάνια του λοιπόν, φόρεσε μια στολή σούπερμαν,
αυτοχρίστηκε 'υπερπολίτης' και αμολύθηκε στους δρόμους βάζοντας
ταυτόχρονα υποψηφιότητα για δήμαρχος. Έφερε πολύ γέλιο στον κόσμο αλλά
επειδή όπως έλεγαν, είχε αρκετά ειλικρινή φάτσα, τον ψήφισαν. Ο
καινούργιος δήμαρχος όμως δεν είχε καμία σχέση με τους προηγούμενους.
Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσλάβει 20 μίμους και να τους σκορπίσει
στους δρόμους της πόλης. Η δουλειά τους ήταν να χλευάζουν όσους
παραβίαζαν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Σιγά, θα μου πείτε. Οι
πολίτες όμως (που εννοείται στα τέτοια τους οι κανόνες οδικής
συμπεριφοράς), άρχισαν να συμμορφώνονται γιατί αποδείχτηκε πως τους
πείραζε πολύ περισσότερο η δημόσια κοροιδία, παρά τα πρόστιμα. Αμέσως
μετά, βγήκε σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές και έκανε ντους
κατατσίτσιδος live, κλείνοντας την παροχή νερού ενώ σαπουνιζόταν, για
να δείξει στους πολίτες πώς μπορούν να εξοικονομούν νερό. Και βουαλά!
Η κατανάλωση νερού αμέσως έπεσε.

Όρισε Ημέρα Γυναίκας όπου οι άντρες θα φρόντιζαν τα παιδιά και οι
γυναίκες θα έβγαιναν βόλτα στην πόλη. Αυτό, ήταν ανήκουστο γιατί η
συγκεκριμένη πόλη ήταν πολύ επικίνδυνο μέρος τα βράδια, ενώ οι
γυναίκες δεν έβγαιναν βόλτες σχεδόν ποτέ ως τότε. 700.000 γυναίκες
γέμισαν τους δρόμους πανηγυρίζοντας ενώ ακόμη και o αρχηγός της
αστυνομίας ήταν γυναίκα εκείνο το βράδι. Το καλύτερο; Μοίρασε στους
πολίτες ταμπέλες με thumbs up και thumbs down για να επιδοκιμάζουν ή
να αποδοκιμάζουν δημόσια τις πράξεις των συμπολιτών τους. Πράγμα
φυσικά που δεν έχασαν την ευκαιρία να το ξεφτιλίσουν δεόντως αλλά όλως
περιέργως, ειρηνικά. Το ομαδικό κράξιμο ήταν ό,τι έπρεπε τελικά.

Γενικώς σκαρφιζόταν αστείες ή περίεργες καμπάνιες για κάθε τί που
ήθελε να πετύχει, όπως όταν ζήτησε να του τηλεφωνήσει (στο προσωπικό
του γραφείο μάλιστα) όποιος πολίτης συναντούσε έστω κι έναν
υποδειγματικό ταξιτζή. Σύντομα, 150 τηλεφωνήματα συντέλεσαν στο να
δημιουργηθεί ομάδα ταξιτζίδων που ο δήμαρχος ονόμασε Ιππότες της
Ζέβρας (αχαχχχ) και είχαν την προσωπική του υποστήριξη. Ίδρυσε επίσης
ταμείο εθελοντικών φόρων για όσους ήθελαν να δώσουν παραπάνω χρήματα
(!) στο δημοτικό ταμείο. Φυσικά και μάζεψε χρήματα. Τέλος,
προσπαθώντας να δείξει πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη ζωή, ζωγράφισε
αστέρια σε κάθε σημείο θανάτου από τροχαίο στην πόλη, πράγμα
εξαιρετικά έξυπνο γιατί το αποτέλεσμα ήταν πανέμορφο αλλά και
ιδιαίτερα σοκαριστικό.

Όχι, δεν είναι παραμύθι. Πρόκειται για τον Κολομβιανό Antanas Mockus,
τον δήμαρχο της Μποκοτά το 1993. Μετά το πέρας της θητείας του, ο
παράξενος αυτός δήμαρχος, ξεκίνησε διαλέξεις αναλύοντας τα
συμπεράσματά του από το κοινωνικό του πείραμα. Ένα από τα συμπεράσματά
του είναι πως η γνώση δίνει δύναμη αρκεί να καταφέρεις να τη
μεταδώσεις μέσω της τέχνης, του χιούμορ και της δημιουργικότητας. Μόνο
έτσι οι άνθρωποι αποδέχονται τις αλλαγές.



http://en.wikipedia.org/wiki/Antanas_Mockus

Παρασκευή, Μαρτίου 14, 2008

Αφιερωμένο σε όσους γεννήθηκαν πριν το 1985

H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε. Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.

Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Μάθαμε να οδηγούμε στο ίδιο Φιατάκι δοκιμάζοντας τα όρια ταχύτητάς του ενώ ταυτόχρονα κρατούσαμε ενα μπουκάλι μπύρας ή την κοπέλα στο διπλανό κάθισμα.

Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένα από μέταλλο και είχαν κοφτερές
γωνίες.

Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια.
Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση. Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος
για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους» Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα.Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.

Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.
Χάσαμε χιλιάδες μπάλλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση.

Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου!

Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!

Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας ; ) : D : P

Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Δεν θα πρέπει να μάς παραξενεύει που τα σημερινά παιδιά είναι κακομαθημένα και χαζοχαρούμενα.

Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»... συγχαρητήρια!

Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί...